Εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β



Η ηπατίτιδα Β είναι μια ασθένεια που προσβάλλει το ήπαρ του ανθρώπου. Αυτοί που προσβλήθηκαν δεν αποκλείεται να γίνουν φορείς ενώ ταυτόχρονα έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης κίρρωσης ή καρκίνο του ήπατος. Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή, τα παράγωγα αίματος και με τη μολυσμένη σύριγγα αν κάποιος φορέας της ασθένειας τη χρησιμοποιήσει και μετά την χρησιμοποιήσει και κάποιο μη μολυσμένο άτομο. Χορηγείται με ενδομυϊκή ένεση στο δελτοειδή μυ (χέρι) ή την προσθιοπλάγια επιφάνεια του μηρού (πόδι).
  Ο ιός μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή, χωρίς την χρήση προφυλακτικού, με άτομο που έχει μολυνθεί από τον ιό, με την κοινή χρήση συριγγών με σκοπό την χορήγηση ενδοφλέβιων ναρκωτικών ή από την μητέρα στο παιδί κατά την διάρκεια του τοκετού. Επίσης μεταδίδεται με την μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του και με την χρήση προσωπικών αντικειμένων.
  Ο ιός δεν μεταδίδεται από τις τουαλέτες(π.χ του σχολείου), από την χρήση μαγειρικών σκευών ή μέσω του νερού και των τροφίμων. Επιπλέον δεν μεταδίδεται με την κοινωνική επαφή όπως με την χειραψία, τον ασπασμό, το βήχα ή το φτέρνισμα.
   Όσον αναφορά την συνιστώμενη ηλικία χορήγησης, μπορεί να είναι και από την γέννηση του παιδιού. Χορηγείται σε τρεις δόσεις και το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων είναι 2 μήνες μεταξύ πρώτης και δεύτερης και τουλάχιστον 4 μήνες από την τρίτη δόση. Αν οι δόσεις του εμβολίου καθυστερήσουν, η αποτελεσματικότητα του δεν φαίνεται να επηρεάζεται, αλλά η αναμενόμενη προστασία αναπτύσσεται μετά την τρίτη δόση.
  Η χορήγηση του συνίσταται σε ανθρώπους που πρόκειται να επισκεφθούν περιοχές υψηλής ή ενδιάμεσης ενδημικότητας. Επίσης κίνδυνο διατρέχουν άνθρωποι όπως επαγγελματίες υγείας ή μέλη ανθρωπιστικής βοήθειας, σε ατυχήματα, σε οδοντιατρικές εργασίες, σε χρήση ενδοφλέβιων ουσιών ή σε πράξεις που γίνονται με βελόνες (τατουάζ, piercing, βελονισμός).
  Όπως κάθε εμβόλιο έτσι και αυτό, μπορεί να έχει και ορισμένες ανεπιθύμητες παρενέργειες. Αυτές μπορεί να είναι τοπικός ερεθισμός στο σημείο εμβολιασμού, πόνος ή διόγκωση των λεμφαδένων και χαμηλός πυρετός (δέκατα μέχρι περίπου 37.7). Σε σπάνιες περιπτώσεις αδυναμία, κακουχία, ζάλη, κεφαλαλγία, διαταραχές της αισθητικότητας, παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων ή κνησμός.

Βασιλική Χρυσάκη